βόλτα

βόλτα
η
1) поворот, оборот;

φέρνω βόλτα το σχοινί (τό σύρμα) — наматывать верёвку (проволоку);

2) прогулка;

φέρνω ( — или κάμνω, κόβω) βόλτες — а) совершать прогулку; — б) бродить (вокруг);

πάμε (μιά) βόλτα — пойдём погуляем;

3) мор. галс;

κάνω ( — или παίρνω) τη βόλτα — делать поворот оверштаг;

αρμενίζω με βόλτες — лавировать меняя галс;

4) леса, леска;

§ παίρνω την κάτω βόλτα — принимать дурной оборот, ухудшаться;

τα φέρνω βόλτα — а) отвечать уклончиво; — крутить (разг ); — б) вывёртываться, выкручиваться (из затруднения); — в) сводить концы с концами;

μου τα φέρνει βόλτα — он меня избегает;

τον φέρνω βόλτ — обхаживать кого-л.


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "βόλτα" в других словарях:

  • βόλτα — Ποταμός (1.500 χλμ.) της δυτικής Αφρικής. Διαρρέει τα κράτη Μπουρκίνα Φάσο (πρώην Άνω Βόλτα), Ακτή του Ελεφαντοστού και, κυρίως, την Γκάνα. Σχηματίζεται στη βορειοκεντρική Γκάνα από τη συμβολή των δύο μεγαλύτερων κλάδων του, του Μαύρου Β. και του …   Dictionary of Greek

  • βόλτα — η (λ. ιταλ.) 1. στροφή, γύρος: Ο ανεμιστήρας φέρνει εκατό βόλτες το λεπτό. 2. περίπατος σε μικρή απόσταση με τα πόδια ή με μεταφορικό μέσο: Το καλοκαίρι κάνουμε βόλτα στην παραλία. – Πήγαμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο. 3. φρ., «Παίρνω την κάτω… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βόλτα, Αλεσάντρο — (Alessandro Volta, Κόμο 1745 – 1827).Ιταλός φυσικός. Καταγόταν από οικογένεια ευγενών και έλαβε άριστη φιλολογική μόρφωση, αλλά αφοσιώθηκε στις θετικές επιστήμες στις οποίες διέπρεψε, αν και ουσιαστικά ήταν αυτοδίδακτος. Νέος ακόμα κατασκεύασε το …   Dictionary of Greek

  • Άνω Βόλτα — Παλαιότερη ονομασία του αφρικανικού κράτους Μπουρκίνα Φάσο (βλ. λ.) …   Dictionary of Greek

  • Γκάνα — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γκάνα Παλαιότερη ονομασία: Χρυσή Ακτή Έκταση: 238.538 τ. χλμ. Πληθυσμός: 19.361.000 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Άκρα (1.605.500 κάτ. το 2002)Κράτος της δυτικής Αφρικής. Συνορεύει Δ με την Ακτή Ελεφαντοστού, Β και ΒΔ… …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρική στήλη — Σύστημα που μετατρέπει τη χημική, θερμική ή ηλεκτρομαγνητική ενέργεια σε ηλεκτρική. Την πρώτη στήλη εφηύρε ο Αλεσάντρο Βόλτα (1800) ύστερα από έρευνες πάνω σε μέταλλα, προς τις οποίες παρακινήθηκε από τις παρατηρήσεις του Γκαλβάνι (1780). Ο Βόλτα …   Dictionary of Greek

  • Μπουρκίνα Φάσο — Κράτος της δυτικής Αφρικής. Συνορεύει στα ΒΑ με τον Νίγηρα, στα ΒΔ με το Μάλι, στα Να με την Ακτή του Ελεφαντοστού και στα Ν με την Γκάνα, το Τόγκο και την Μπενίν.H M.Φ. δημιουργήθηκε το 1960 από τον διαμελισμό της Γαλλικής Δυτικής Aφρικής και… …   Dictionary of Greek

  • παίρνω — (Μ παίρνω) 1. μτφ. λαμβάνω μαζί μου (α. «τόν πήρα και πήγαμε βόλτα» β. «καὶ παίρνοντας τοὺς νέους του ἦλθεν εἰς Ρωμανίαν», Διγεν. Ακρ.) 2. συνεπαίρνω (α. «η ομορφιά της τού πήρε το μυαλό» β. «ἐπήρε καὶ τὸν λογισμόν καὶ αὐτὴν τὴν αἴσθησίν της»,… …   Dictionary of Greek

  • Γκαλβάνι, Λουίτζι — (Luigi Galvani,Μπολόνια 1737 – 1798). Ιταλός επιστήμονας. Σπούδασε ιατρική και το όνομά του συνδέθηκε με την ανακάλυψη του φαινομένου επαφής μεταξύ μετάλλων, που ερμηνεύτηκε θεωρητικά από τον Βόλτα και είναι γνωστό πλέον ως φαινόμενο Βόλτα. Ακόμα …   Dictionary of Greek

  • Modern Greek grammar — Main article: Modern Greek The grammar of Standard Modern Greek, as spoken in present day Greece and Cyprus, is basically that of Demotic Greek, but it has also assimilated certain elements of Katharevousa, the archaic, learned variety of Greek… …   Wikipedia

  • ηλεκτρισμός — Γενικός όρος που υποδηλώνει όλα εκείνα τα φυσικά φαινόμενα στα οποία παίρνουν μέρος ηλεκτρικά φορτία, είτε αυτά βρίσκονται σε ηρεμία είτε σε κίνηση. Για τον σκοπό της διατύπωσης των νόμων που διέπουν τα φαινόμενα αυτά και για ευκολία μελέτης,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»